γλωσσηματικός

γλωσσ-ηματικός, ή, όν, (
A

γλῶσσα 11.2

) interlarded with γλῶσσαι, λέξις, φράσις, D.H.Amm.2.2, Th.50, etc. Adv.

-κῶς Tim.Lex.Praef.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλωσσηματικός — ή, ό (AM γλωσσηματικός, ή, όν) [γλώσσημα] για λέξεις και τύπους) αυτός που έχει περιέλθει σε αχρησία ή ο ιδιωματικός …   Dictionary of Greek

  • γλωσσηματικά — γλωσσηματικός interlarded with neut nom/voc/acc pl γλωσσηματικά̱ , γλωσσηματικός interlarded with fem nom/voc/acc dual γλωσσηματικά̱ , γλωσσηματικός interlarded with fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικῶν — γλωσσηματικός interlarded with fem gen pl γλωσσηματικός interlarded with masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικόν — γλωσσηματικός interlarded with masc acc sg γλωσσηματικός interlarded with neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικαί — γλωσσηματικός interlarded with fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικοῖς — γλωσσηματικός interlarded with masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικοῦ — γλωσσηματικός interlarded with masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικήν — γλωσσηματικός interlarded with fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσηματικῶς — γλωσσηματικός interlarded with adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττηματικώτερον — γλωσσηματικώτερον , γλωσσηματικός interlarded with adverbial comp γλωσσηματικώτερον , γλωσσηματικός interlarded with masc acc comp sg γλωσσηματικώτερον , γλωσσηματικός interlarded with neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττηματικῶν — γλωσσηματικῶν , γλωσσηματικός interlarded with fem gen pl γλωσσηματικῶν , γλωσσηματικός interlarded with masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.